τριχῶν


τριχῶν
θρίξ
hair
fem gen pl
τριχόω
furnish
pres part act masc voc sg (doric aeolic)
τριχόω
furnish
pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic)
τριχόω
furnish
pres part act masc nom sg
τριχόω
furnish
pres inf act (doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • τρίχων — τριχόω furnish imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) τριχόω furnish imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλωπεκία — Πτώση των μαλλιών και γενικά των τριχών. Όταν ο θύλακος της τρίχας ατροφεί ή καταστρέφεται, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στη φαλάκρα, η α. είναι μόνιμη και λέγεται πρωτοπαθής. Αντίθετα, είναι προσωρινή και ονομάζεται δευτεροπαθής, όταν… …   Dictionary of Greek

  • πρωτεΐνες — Οργανικές αζωτούχες ουσίες με μεγάλο μοριακό βάρος, οι οποίες σχηματίζονται με την ένωση πολλών μορίων αμινοξέων συνδεδεμένων με δεσμούς αμιδικού τύπου. Οι π. αναγνωρίστηκαν ως τα ουσιώδη αζωτούχα συστατικά του πρωτοπλάσματος από τον Μούλντερ… …   Dictionary of Greek

  • PALAESTRICI Juvenes — olim tondebantur, uti discimus ex Tertulliano de Pallio c. 4. ubi de suis Carthaginiensibus: Unde apud aliquos Numidas, etiam equis caesariatos, iuxta cutem tonsor et cultri vertex solus immunis? In quibus verbis tonsor, pro tonsura, ut apud… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • θύλακος — Μικρός σάκος, σακούλι, ταγάρι· θέση αντιπάλων στο εχθρικό έδαφος· στη σύγχρονη ορολογία, περιοχή μέσα σε κράτος υπό διαφορετικό καθεστώς. (Ανατ.) Ωοειδής σχηματισμός στα διάφορα όργανα του σώματος των σπονδυλωτών και του ανθρώπου, που εκπληρώνει… …   Dictionary of Greek

  • CAPILLI Promulsi et Remulsi — dicuntur Apuleio capilli pexi tantum ac dentibus pectinis discriminatri; πεκτὴ et ἐκτενισμένη ςθρὶξ Graecis, quae alium non admisit ornatum, praeter pectinis discriminationem, non calamistris intorta, non in cumulum nodata, non spiris convoluta,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • CAPILLOS radendi — apud Veteres non una itidem ratio, nec unus finis. In luctu, vel religionis ergo aut in poenam, radi consuevisle diximus, dicemusque passim. Alias non pauci communiter caput radebant: sed hîc iterum tonsurae modi varii. Stoici totô capite, atque… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • CONDYLUS — apud Martialem, l. 5. Epigr. 80. v. 29. Sed, quod non grave sit, nec inficetum, Parvi tibia Condyli sonabit: Graece Κόνδυλος, pars est digiti eminens, in commissura pugni; quamvis alii nomen proprium Tibicinis hîc vocem esse volunt. Nempe… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PROMULSI — item Remulsi Gapilli, apud Appuleium, sunt Graecis τρίχες κατεψημιέναι, crines pexi ac divisi; oppositi πεπλεγμέναις καὶ οὐλωθείσαις, tortis et calamistratis. Mulieres enim, quae capillum a fronte dividebant, vel praeter hunc simplicem ornatum,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • άχωρ — Είδος δερματομυκητίασης που οφείλεται στον μύκητα αχόριο του Schonlein. Προσβάλλει τον άνθρωπο και ιδιαίτερα τα παιδιά, καθώς επίσης και ορισμένα ζώα (άλογα, κουνέλια κ.ά.). Είναι νόσος μεταδοτική και μπορεί να εξαπλωθεί γρήγορα αρχίζοντας από το …   Dictionary of Greek